Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017



Να πώς όριζε την τέχνη,ο μόνος που το τόλμησε,ο Πλάτων: “ουκ όντως όν όντως εστίν όντος εικών”.Ορίζει δηλαδή την τέχνη ως ένα ειδωλικό όν,κάτι που είναι ταυτόχρονα όν και μη ον,υπάρχει και δεν υπάρχει όπως το είδωλο του καθρέφτη,γιατί μέσα στη συνειδησιακή μας περιοχή μπορούμε να συλλάβουμε ένα αντικείμενο χωρίς να είναι υπαρκτό ή ανύπαρκτο.Όμως η τέχνη αυτό ακριβώς το ειδωλικό αντικείμενο, το καθιστά πραγματικό ,του δίνει τη μορφή της τέχνης.


Έκτωρ Πανταζής


Για τέλος Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα.
 Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο.
 «…τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε…» 

Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017



Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.


Κ.Π. Καβάφης

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017


Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
κι ούτε που θα σε ξαναδώ.


Κατερίνα Γώγου

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017



Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…
Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016


Αυτός ο παπούλης μου έκανε ένα δώρο για τα Χριστούγεννα, μου χάρισε αυτό το χαμόγελο !!! Χρόνια Πολλά!!!

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016



Μέχρι στιγμής έχω γευτεί όλους τους θανάτους
και θα πεθάνω γι’ άλλη μια φορά
γνωρίζοντας το θάνατο του ξύλου μες στο δέντρο,
το θάνατο της πέτρας στο βουνό,
το θάνατο της γης στην άμμο,
το θάνατο των φύλλων στου θερινού χόρτου το θρόισμα
κι ακόμα το φτωχό, αιματηρό θάνατο του ανθρώπου.
Όμως θα ξαναγεννηθώ ανθός,
δέντρο και χλόη θα ξαναγεννηθώ,
ψάρι κι ελάφι πούλι και πεταλούδα.
Και μέσ’ από την όποια μου μορφή
η νοσταλγία θα μ’ ανεβάσει και θα φτάσω
τον ύστερο πια πόνο
τον πόνο των ανθρώπων.
Hermann Hesse 

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. 


K.Π. Kαβάφη

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016



Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες. 


Κ. Καβάφη

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016



Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική. 


Κ. Καβάφη

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016



Κοριτσάκι μου,
μὲς στὸ βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.

Δὲν πειράζει.

Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.

Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν τὸν ὕπνο σου.
Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα περιβολάκι
ζωγραφισμένο μὲ λουλουδόσκονη
πάνω στὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας
νὰ σεργιανάει τὸ γαλανὸ ὄνειρό σου.

Θέλω νὰ σοῦ φέρω
ἕνα σταυρουλάκι αὐγινὸ φῶς
δυὸ ἀχτίνες σταυρωτὲς ἀπὸ τοὺς στίχους μου
νὰ σοῦ ξορκίζουν τὸ κακὸ
νὰ σοῦ φωτᾶνε μὴ σκοντάψεις.


Πρωϊνὸ ἄστρο

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.

Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.

Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω...

Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.

Νάτη ἡ νύχτα ποὺ σιμώνει...

Νάτη ἡ νύχτα ποὺ σιμώνει
χρυσοπράσινο παγώνι
γαλανόχρυσο παγώνι,
σέρνει τὴ μεγάλη οὐρά της
πάνου στὰ καμπαναριά,
τὰ πουλιὰ καὶ τὰ παιδιὰ
τὰ σταυρώνει, τὰ χρυσώνει.

Νάνι-νάνι, κοριτσάκι,
νάνι, κι ὁ πατέρας σου,
κράχτης τοῦ καλοῦ καιροῦ
σμαραγδένιο βατραχάκι
στὴ δεξιὰ γωνιὰ τοῦ φεγγαριοῦ,
στὴ φωνή του τ᾿ ἄστρα βάνει - νάνι, νάνι.


Γιάννης Ρίτσος 

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016



Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία. Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή. Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες. Δεν έχεις καιρό δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου. Δε θα διστάσεις. Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο. Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς. Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον. Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο. Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη. Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία. Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου δε θα γερνάς. Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου. Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον. Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Τάσου Λειβαδίτη 


Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.


Κ.Καβάφης . 


  Η Κορίνα αντάμωσε με το όνειρο της στα ίδια ακριβώς νερά που κράτησαν για πάντα τις στερνές ανάσες της όμορφης Βασιλικής, στα ίδια ακριβώς νερά που αγκάλιασαν στοργικά το ολόγυμνο κορμί της Μαίρης που θα κέρωνε τα πλήθη. Ναι, τα ίδια αυτά νερά η Κορίνα θα τα χάιδευε, θα τα λουζόταν μαζί με τη βροχή αργά και ηδονικά με κινήσεις που έκρυβαν την πίστη μιας ζωής. Όχι ο Κύκνος δε βίασε την όμορφη Λήδα, αλλά την έλουσε στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ και της γιάτρεψε κάθε πονεμένη πληγή.

  Κι ύστερα ήρθε ένα πέπλο, λεπτό αραχνοΰφαντο και τα σκέπασε όλα τόσο γλυκά, τόσο απαλά, τόσο όμορφα κι από κάτω αχνοφαίνονταν τα γαλαζοπράσινα νερά και τα καΐκια που κουβαλούσαν τις ψυχές των καλών, μα μόνο των καλών.



Απόσπασμα από το βιβλίο της Αμαλίας Παπακώστα


ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ 

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.


Κώστας Καβάφης


Στην φύση δεν υπάρχει σφάλμα ή κακία.
Μα… όταν μ’ απορία
Συν- Άνθρωπε, τους γύρω σου ρωτάς
να σου πουν το ποιος
είναι ο δημιουργός
του κακού,
απάντηση από άλλον μην ζητάς…
αλλά… άκου του ποιητή
μια συμβουλή.
Μέσα σου να ψάξεις
να την βρεις….
Και τότε σίγουρα θα τρομάξεις
κι ίσως να νοιώσεις ντροπή
όταν θα δεις
ολοφάνερα και καθαρά
πως ο δημιουργός είσαι εσύ,
ο ίδιος σου εαυτός
κάθε φορά
που ενεργείς
με δόλιο νου
και γεμάτη μίσος τη καρδιά…



Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

Γιάννη Ρίτσου


Τελικά η ομορφιά της ζωής βρίσκεται 
στη μοναδικότητα της στιγμής που
μόλις πέρασε... 

-Α.Παπαδάκη-


Το συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ωχρό·
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα·
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι·
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμό του
— τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου —
ασκόπως περπατεί μες στην οδό,
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή,
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε. 

Κ.Καβάφης


Καθώς βαδίζω, μια σκιά μ’ ακολουθεί αποπάνω σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού. Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω, και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.


Κώστας Καρυωτάκης 



Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι


Γιάννη Σκαρίμπα


Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξαγρυπνώ περνώ σε χρυσή κλωστή ασημένια φεγγάρια και περιμένω να ξημερώσει για να γεννηθεί ένας νέος θεός μες στην καρδιά μου την παγωμένη από άγρια φαντάσματα και τη μαύρη πίκρα.


Μίλτος Σαχτούρης 





Ήταν άνθρωποιΠολλοί πολλοί άνθρωποιΑγκαλιασμένοιΜε τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)Κι όταν σκοτείνιασεΎστερα μείναν λίγοι άνθρωποιΚι ύστερα ακόμα πιο λίγοιΌσο σβήναν τα φώτα ένα ένα
Όσο βούλιαζε η νύχταΚι ύστερα ακόμα πιο λίγοιΚι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τουςΚι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τουςΚι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τουςΓυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)Ώσπου σε μια στιγμήΆνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό τουΚι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθοςΠάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

Μανόλης Αναγνωστάκης

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016



Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
μπροστά στους Αγίους και φιληθείτε!
Φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

Διονύσιος Σολωμός



Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.


Κ.Καβάφης

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016



Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία της Βηρυτού κυλιέμαι. Δεν ήθελα να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μ’ άφησεν ο Ταμίδης·κι επήγε με του Επάρχου τον υιό για ν’ αποκτήσει μια έπαυλι στον Νείλο, ένα μέγαρον στην πόλιν.Δεν έκανε να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία της Βηρυτού κυλιέμαι. Μες σ’ ευτελή κραιπάλη διάγω ποταπώς. Το μόνο που με σώζει σαν εμορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνωστην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο,δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλι στον Νείλο.


Κωνσταντίνος Καβάφης 



Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,κρυμμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,το ακάθαρτο και το στενό. Αποκάτω5 ήρχονταν οι φωνές κάτι εργατώνπου έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.
Κι εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεβάτιείχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλητα ηδονικά και ρόδινα της μέθης  τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώραπου γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.


Κωνσταντίνος Καβάφης 

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016



Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
-μια ιαχή μακρυσμένη-,
τ'αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ'ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρα μου,
ένα τραίνο που θα' ρχέται από μια άγνωστη χώρα,
τά χαμένα όνειρα μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη.

Κώστας Καρυωτάκης 





Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού· το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική τού χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε –
η ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.
Γιάννη Ρίτσου

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016



γαπάω τ᾿ τι θλιμμένο στν κόσμο.
Τ θολ τ ματάκια, τος ρρώστους νθρώπους,
τ ξερ γυμν δέντρα κα τ ρημα πάρκα,
τς νεκρς πολιτεες, τος τρισκότεινους τόπους.

 Τος σκυφτος δοιπόρους πο μ᾿ να δισάκι
γι μία πολιτεία μακρυν ξεκιννε,
τος τυφλος μουσικος τν πολύβουων δρόμων,
τος φτωχούς, τος λτες, ατος πο πειννε.

 Τ χλωμ τ κορίτσια πο πάντα προσμένουν
τν ππότην πο εδαν μία βραδι στ᾿ νειρό τους,
ν φαν π᾿ τ βάθη το πέραντου δρόμου.
Τος κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ σπρόφτερό τους.

 Τ καράβια πο φεύγουν γι καινούρια ταξίδια
κα δν ξέρουν καλ -ν ποτ θ γυρίσουν πίσω
γαπάω, κα θά θελα μαζί τους ν πάω
κι οτε πι ν γυρίσω.

 γαπάω τς κλαμμένες ραες γυνακες
πο κυττνε μακριά,πο κυττνε θλιμμένα ...
γαπάω σ τοτον τν κόσμο -,τι κλαίει
γιατ μοιάζει μ᾿ μένα.



Νίκος Καββαδίας