Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018



Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος. Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία, θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος, θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία. Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά, θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...». Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!». Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας, θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...» και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι. Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην, νέος γνωστός στους κύκλους μας, που κάποτε είχε εκδώσει μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην». Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία. Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες, όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου. Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην, θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...

Κώστας Ουράνης

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017



Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.
Θα 'ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.

του Μιχάλη Γκανά 

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017



Σβήνει το φως
από τα μάτια μου
κι όλα όσα έζησα
μπρος μου περνάνε.

Στέκομαι εδώ
στον τελευταίο σταθμό
με όλα όσα αγάπησα
και πήγαν χαμένα.

Δε μετανιώνω πια,
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Σαν νοσταλγώ
πουλιά με παν μακριά,
πόνο δεν νιώθω πια
μόνο θυμάμαι.

Πάντα έλεγες
πως η ζωή είν' στιγμές,
κύμα που σκάει σ' ακτές,
κερί που λιώνει.

Δε μετανιώνω πια
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Δεν κόβεται στα δύο η ζωή
είναι ήλιος και μαζί βροχή
κι ούτε για μια αιωνιότητα
δεν θ' άλλαζα μια μέρα απ' αυτή.

Δεν κόβεται στα δύο η ζωή
είναι κόλαση, παράδεισος μαζί
κι αυτά που έζησα
είτε άσχημα, είτε όμορφα
ήσαν εγώ κι εσύ.

Δεν κόβεται στα δύο η ζωή

είναι ήλιος και βροχή μαζί...

Θάνος Ανεστόπουλος

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017


Λόγια λες...
χιλιοειπωμένα,
κάνεις πράξεις,
άπραγες,
μύριες δίνεις
υποσχέσεις,
ποτέ δεν έμαθες,
πως να τις κρατήσεις...
Λες πολλά,
μετά σκοντάφτεις,
πάνω στα δικά σου
τ' άπραγα γεγονότα
της σημασίας έχεις χάσει
πια το μέτρο...
Μια φωνή ακούς...
μα ποιανού
να' ναι η φωνή;
Τον κόσμου σου,
που ήρθε να ταράξει;
Μήπως και μέσα
από της λήθης σου
τα ξεραμένα μάτια...
ήρθε ο καιρός
να δεις το φως,
της αιώνιας ψυχής...;;;


Mona Perises

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017



Πριν βουτήξει το φεγγάρι
μέσα στα βαθιά του νου,
βούτα τον εαυτό σου,
στ' άδυτα και φυλαγμένα
της αρχαίας σου ψυχής...
Εκεί, εκεί... θα βρεις,
ότι δεν σου 'δωσε
ο κόσμος τούτος..
Εκεί, εκεί... θα βρεις,
ότι σ' αφήνει ο νους,
κατά καιρούς να δεις...
Στα άδυτα και στ' αρχαία,
στης ψυχής σου
τα καλοφυλαγμένα,
εκεί είναι ο κόσμος
που σου κρύβουν...
Και για να σωθείς,
εσύ πρέπει να τον βρεις...


Mona Perises

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.


Κ.Π Καβάφης 

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017



Να πώς όριζε την τέχνη,ο μόνος που το τόλμησε,ο Πλάτων: “ουκ όντως όν όντως εστίν όντος εικών”.Ορίζει δηλαδή την τέχνη ως ένα ειδωλικό όν,κάτι που είναι ταυτόχρονα όν και μη ον,υπάρχει και δεν υπάρχει όπως το είδωλο του καθρέφτη,γιατί μέσα στη συνειδησιακή μας περιοχή μπορούμε να συλλάβουμε ένα αντικείμενο χωρίς να είναι υπαρκτό ή ανύπαρκτο.Όμως η τέχνη αυτό ακριβώς το ειδωλικό αντικείμενο, το καθιστά πραγματικό ,του δίνει τη μορφή της τέχνης.


Έκτωρ Πανταζής


Για τέλος Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα.
 Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο.
 «…τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε…» 

Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017



Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.


Κ.Π. Καβάφης

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017



Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…
Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016


Αυτός ο παπούλης μου έκανε ένα δώρο για τα Χριστούγεννα, μου χάρισε αυτό το χαμόγελο !!! Χρόνια Πολλά!!!

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016



Μέχρι στιγμής έχω γευτεί όλους τους θανάτους
και θα πεθάνω γι’ άλλη μια φορά
γνωρίζοντας το θάνατο του ξύλου μες στο δέντρο,
το θάνατο της πέτρας στο βουνό,
το θάνατο της γης στην άμμο,
το θάνατο των φύλλων στου θερινού χόρτου το θρόισμα
κι ακόμα το φτωχό, αιματηρό θάνατο του ανθρώπου.
Όμως θα ξαναγεννηθώ ανθός,
δέντρο και χλόη θα ξαναγεννηθώ,
ψάρι κι ελάφι πούλι και πεταλούδα.
Και μέσ’ από την όποια μου μορφή
η νοσταλγία θα μ’ ανεβάσει και θα φτάσω
τον ύστερο πια πόνο
τον πόνο των ανθρώπων.
Hermann Hesse 

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. 


K.Π. Kαβάφη

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016



Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες. 


Κ. Καβάφη

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016



Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική. 


Κ. Καβάφη

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016



Κοριτσάκι μου,
μὲς στὸ βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.

Δὲν πειράζει.

Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.

Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν τὸν ὕπνο σου.
Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα περιβολάκι
ζωγραφισμένο μὲ λουλουδόσκονη
πάνω στὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας
νὰ σεργιανάει τὸ γαλανὸ ὄνειρό σου.

Θέλω νὰ σοῦ φέρω
ἕνα σταυρουλάκι αὐγινὸ φῶς
δυὸ ἀχτίνες σταυρωτὲς ἀπὸ τοὺς στίχους μου
νὰ σοῦ ξορκίζουν τὸ κακὸ
νὰ σοῦ φωτᾶνε μὴ σκοντάψεις.


Πρωϊνὸ ἄστρο

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.

Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.

Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω...

Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.

Νάτη ἡ νύχτα ποὺ σιμώνει...

Νάτη ἡ νύχτα ποὺ σιμώνει
χρυσοπράσινο παγώνι
γαλανόχρυσο παγώνι,
σέρνει τὴ μεγάλη οὐρά της
πάνου στὰ καμπαναριά,
τὰ πουλιὰ καὶ τὰ παιδιὰ
τὰ σταυρώνει, τὰ χρυσώνει.

Νάνι-νάνι, κοριτσάκι,
νάνι, κι ὁ πατέρας σου,
κράχτης τοῦ καλοῦ καιροῦ
σμαραγδένιο βατραχάκι
στὴ δεξιὰ γωνιὰ τοῦ φεγγαριοῦ,
στὴ φωνή του τ᾿ ἄστρα βάνει - νάνι, νάνι.


Γιάννης Ρίτσος 

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016



Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία. Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή. Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες. Δεν έχεις καιρό δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου. Δε θα διστάσεις. Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο. Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς. Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον. Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο. Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη. Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία. Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου δε θα γερνάς. Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου. Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον. Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Τάσου Λειβαδίτη 


Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.


Κ.Καβάφης . 


  Η Κορίνα αντάμωσε με το όνειρο της στα ίδια ακριβώς νερά που κράτησαν για πάντα τις στερνές ανάσες της όμορφης Βασιλικής, στα ίδια ακριβώς νερά που αγκάλιασαν στοργικά το ολόγυμνο κορμί της Μαίρης που θα κέρωνε τα πλήθη. Ναι, τα ίδια αυτά νερά η Κορίνα θα τα χάιδευε, θα τα λουζόταν μαζί με τη βροχή αργά και ηδονικά με κινήσεις που έκρυβαν την πίστη μιας ζωής. Όχι ο Κύκνος δε βίασε την όμορφη Λήδα, αλλά την έλουσε στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ και της γιάτρεψε κάθε πονεμένη πληγή.

  Κι ύστερα ήρθε ένα πέπλο, λεπτό αραχνοΰφαντο και τα σκέπασε όλα τόσο γλυκά, τόσο απαλά, τόσο όμορφα κι από κάτω αχνοφαίνονταν τα γαλαζοπράσινα νερά και τα καΐκια που κουβαλούσαν τις ψυχές των καλών, μα μόνο των καλών.



Απόσπασμα από το βιβλίο της Αμαλίας Παπακώστα


ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ 

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.


Κώστας Καβάφης


Στην φύση δεν υπάρχει σφάλμα ή κακία.
Μα… όταν μ’ απορία
Συν- Άνθρωπε, τους γύρω σου ρωτάς
να σου πουν το ποιος
είναι ο δημιουργός
του κακού,
απάντηση από άλλον μην ζητάς…
αλλά… άκου του ποιητή
μια συμβουλή.
Μέσα σου να ψάξεις
να την βρεις….
Και τότε σίγουρα θα τρομάξεις
κι ίσως να νοιώσεις ντροπή
όταν θα δεις
ολοφάνερα και καθαρά
πως ο δημιουργός είσαι εσύ,
ο ίδιος σου εαυτός
κάθε φορά
που ενεργείς
με δόλιο νου
και γεμάτη μίσος τη καρδιά…



Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

Γιάννη Ρίτσου


Τελικά η ομορφιά της ζωής βρίσκεται 
στη μοναδικότητα της στιγμής που
μόλις πέρασε... 

-Α.Παπαδάκη-


Το συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ωχρό·
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα·
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι·
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμό του
— τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου —
ασκόπως περπατεί μες στην οδό,
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή,
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε. 

Κ.Καβάφης


Καθώς βαδίζω, μια σκιά μ’ ακολουθεί αποπάνω σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού. Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω, και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.


Κώστας Καρυωτάκης 



Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι


Γιάννη Σκαρίμπα


Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξαγρυπνώ περνώ σε χρυσή κλωστή ασημένια φεγγάρια και περιμένω να ξημερώσει για να γεννηθεί ένας νέος θεός μες στην καρδιά μου την παγωμένη από άγρια φαντάσματα και τη μαύρη πίκρα.


Μίλτος Σαχτούρης 





Ήταν άνθρωποιΠολλοί πολλοί άνθρωποιΑγκαλιασμένοιΜε τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)Κι όταν σκοτείνιασεΎστερα μείναν λίγοι άνθρωποιΚι ύστερα ακόμα πιο λίγοιΌσο σβήναν τα φώτα ένα ένα
Όσο βούλιαζε η νύχταΚι ύστερα ακόμα πιο λίγοιΚι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τουςΚι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τουςΚι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τουςΓυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)Ώσπου σε μια στιγμήΆνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό τουΚι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθοςΠάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

Μανόλης Αναγνωστάκης