Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016







Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016



Ήταν άνθρωποιΠολλοί πολλοί άνθρωποιΑγκαλιασμένοιΜε τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)Κι όταν σκοτείνιασεΎστερα μείναν λίγοι άνθρωποιΚι ύστερα ακόμα πιο λίγοιΌσο σβήναν τα φώτα ένα ένα
Όσο βούλιαζε η νύχταΚι ύστερα ακόμα πιο λίγοιΚι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τουςΚι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τουςΚι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τουςΓυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)Ώσπου σε μια στιγμήΆνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό τουΚι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθοςΠάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

Μανόλης Αναγνωστάκης

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016



Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι


Γιάννη Σκαρίμπα

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016



Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

Γιάννη Ρίτσου

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.


Κώστας Καβάφης

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016




Καθώς βαδίζω, μια σκιά μ’ ακολουθεί αποπάνω σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού. Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω, και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.


Κώστας Καρυωτάκης 



Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξαγρυπνώ περνώ σε χρυσή κλωστή ασημένια φεγγάρια και περιμένω να ξημερώσει για να γεννηθεί ένας νέος θεός μες στην καρδιά μου την παγωμένη από άγρια φαντάσματα και τη μαύρη πίκρα.


Μίλτος Σαχτούρης 



Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016



Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
-μια ιαχή μακρυσμένη-,
τ'αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ'ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρα μου,
ένα τραίνο που θα' ρχέται από μια άγνωστη χώρα,
τά χαμένα όνειρα μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη.

Κώστας Καρυωτάκης 




Λαχτάρα μου κι απαντοχή κι ανθέ του μαλαμάτου, δευτεροζώ κι είναι δικιά σου η ανάσα π’ ανασαίνω. Ξαλάφρωσες τα χρόνια μου απ’ τα βάρη των κριμάτων και με ξανάκανες παιδάκι, αμάθητον του κόσμου,
 χωρίς αφέντη απάνου κάτου κι όχτρητα και ψέμα, χωρίς «δικό μου» και «δικό σου», όλα δικά παιχνίδια! Κορούλα μου, αδερφούλα μου και μάνα μου, τα πάντα,σαν τον φιλάς κλαίει ο παππούς από χαρά και φόβο.
Θα μου τα κλείσ’ η μαύρη νύχτα, όμως εγώ θα βλέπω ψέμα ποτές σου να μη λες, τον ίσο να βαδίζεις στην ομορφιά, στην αρετή, στα γράμματα εσύ πρώτη. Κι άμα σε βρει κακοκαιριά και χρειάζεσαι αποκούμπι,
τ’ αγόρι, τ’ αδερφάκι σου, απαράλλαχτο με σένα, τίμιο κι αγνό, θα σε κρατάει με το γερό του χέρι ώς τα στερνά γεράματα, πάντα παιδιά μεγάλα… Άστρον λαμπρόν σάς οδηγεί το θάμα της Μητέρας
μαθαίνει σας να ντρέπεστε, αλλά να μη φοβάστε.

Κώστας Βάρναλης 



Στην φύση δεν υπάρχει σφάλμα ή κακία.
Μα… όταν μ’ απορία
Συν- Άνθρωπε, τους γύρω σου ρωτάς
να σου πουν το ποιος
είναι ο δημιουργός
του κακού,
απάντηση από άλλον μην ζητάς…
αλλά… άκου του ποιητή
μια συμβουλή.
Μέσα σου να ψάξεις
να την βρεις….
Και τότε σίγουρα θα τρομάξεις
κι ίσως να νοιώσεις ντροπή
όταν θα δεις
ολοφάνερα και καθαρά
πως ο δημιουργός είσαι εσύ,
ο ίδιος σου εαυτός
κάθε φορά
που ενεργείς
με δόλιο νου
και γεμάτη μίσος τη καρδιά…



γαπάω τ᾿ τι θλιμμένο στν κόσμο.
Τ θολ τ ματάκια, τος ρρώστους νθρώπους,
τ ξερ γυμν δέντρα κα τ ρημα πάρκα,
τς νεκρς πολιτεες, τος τρισκότεινους τόπους.

 Τος σκυφτος δοιπόρους πο μ᾿ να δισάκι
γι μία πολιτεία μακρυν ξεκιννε,
τος τυφλος μουσικος τν πολύβουων δρόμων,
τος φτωχούς, τος λτες, ατος πο πειννε.

 Τ χλωμ τ κορίτσια πο πάντα προσμένουν
τν ππότην πο εδαν μία βραδι στ᾿ νειρό τους,
ν φαν π᾿ τ βάθη το πέραντου δρόμου.
Τος κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ σπρόφτερό τους.

 Τ καράβια πο φεύγουν γι καινούρια ταξίδια
κα δν ξέρουν καλ -ν ποτ θ γυρίσουν πίσω
γαπάω, κα θά θελα μαζί τους ν πάω
κι οτε πι ν γυρίσω.

 γαπάω τς κλαμμένες ραες γυνακες
πο κυττνε μακριά,πο κυττνε θλιμμένα ...
γαπάω σ τοτον τν κόσμο -,τι κλαίει
γιατ μοιάζει μ᾿ μένα.


Νίκος Καββαδίας

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016




Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού· το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική τού χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε –
η ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.
Γιάννη Ρίτσου

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016



Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία της Βηρυτού κυλιέμαι. Δεν ήθελα να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μ’ άφησεν ο Ταμίδης·κι επήγε με του Επάρχου τον υιό για ν’ αποκτήσει μια έπαυλι στον Νείλο, ένα μέγαρον στην πόλιν.Δεν έκανε να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία της Βηρυτού κυλιέμαι. Μες σ’ ευτελή κραιπάλη διάγω ποταπώς. Το μόνο που με σώζει σαν εμορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνωστην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο,δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλι στον Νείλο.


Κωνσταντίνος Καβάφης 



Τελικά η ομορφιά της ζωής βρίσκεται 
στη μοναδικότητα της στιγμής που
μόλις πέρασε... 

-Α.Παπαδάκη-

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016




Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,κρυμμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,το ακάθαρτο και το στενό. Αποκάτω5 ήρχονταν οι φωνές κάτι εργατώνπου έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.
Κι εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεβάτιείχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλητα ηδονικά και ρόδινα της μέθης  τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώραπου γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.


Κωνσταντίνος Καβάφης 



  Η Κορίνα αντάμωσε με το όνειρο της στα ίδια ακριβώς νερά που κράτησαν για πάντα τις στερνές ανάσες της όμορφης Βασιλικής, στα ίδια ακριβώς νερά που αγκάλιασαν στοργικά το ολόγυμνο κορμί της Μαίρης που θα κέρωνε τα πλήθη. Ναι, τα ίδια αυτά νερά η Κορίνα θα τα χάιδευε, θα τα λουζόταν μαζί με τη βροχή αργά και ηδονικά με κινήσεις που έκρυβαν την πίστη μιας ζωής. Όχι ο Κύκνος δε βίασε την όμορφη Λήδα, αλλά την έλουσε στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ και της γιάτρεψε κάθε πονεμένη πληγή.

  Κι ύστερα ήρθε ένα πέπλο, λεπτό αραχνοΰφαντο και τα σκέπασε όλα τόσο γλυκά, τόσο απαλά, τόσο όμορφα κι από κάτω αχνοφαίνονταν τα γαλαζοπράσινα νερά και τα καΐκια που κουβαλούσαν τις ψυχές των καλών, μα μόνο των καλών.



Απόσπασμα από το βιβλίο της Αμαλίας Παπακώστα


ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ 

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016



Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.


Κώστας Βάρναλης

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016



Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
μπροστά στους Αγίους και φιληθείτε!
Φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

Διονύσιος Σολωμός



Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.


Κ.Καβάφης . 


Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.


Κ.Καβάφης

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016



Το συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ωχρό·
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα·
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι·
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμό του
— τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου —
ασκόπως περπατεί μες στην οδό,
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή,
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε. 

Κ.Καβάφης